Η Philips Evnia 34M2C8600: Το ultrawide QD-OLED gaming monitor!

Η νέα γενιά QD OLED gaming monitors. Η Philips μπαίνει στα λημέρια των QD-OLED με τη νέα σειρά Evnia, το brand που εισήγαγε λιγότερο από έναν χρόνο πριν. 

Οι τρομερές gaming δυνατότητες αποτελούν μέρος της ολοκαίνουργιας οθόνης από την Philips η οποία φέρνει το QD-OLED στην gaming αγορά! 

Το brand Evnia προκύπτει μετά από αρκετή σκέψη στα κεντρικά της Philips και στην ανακοίνωση που έγινε στο Παρίσι το 2022, καταλάβαμε αρκετά για την πορεία που του έχει προσδιορίσει. 

Η Evnia είναι ελληνική – τουλάχιστον η ετυμολογία της λέξης – και απορρέει από το ευ + νους και αναφέρεται στο κοινό των gamers. Η Philips θέλει να μας πει δηλαδή, ότι η συγκεκριμένη οικογένεια προϊόντων που περιλαμβάνει οθόνες αλλά και άλλα περιφερειακά με έμφαση το gaming, αποτελεί μια “έξυπνη επιλογή”. Φυσικά αυτό πρέπει να το επιβεβαιώσουμε στην πορεία.

Για όσους δε μπορούν να ζήσουν μακριά από τις υψηλές επιδόσεις και την κορυφαία ποιότητα εικόνας που έρχεται με μια OLED, η Philips μας προσφέρει μερικές επιλογές, όπως την 34M2C8600, η 34 ιντσών QD-OLED που τρέχει στα 175 ζωντανά Hertz και φέρνει έναν αέρα ανανέωσης στα μοντέλα της εταιρίας.

Σε σχέση με τις πιο προσιτές οθόνες της Philips που είναι τυπικές από εμφάνιση και specs, χωρίς ιδιαίτερες αισθητικές πινελιές, η Evnia αλλάζει σημαντικά τη ρότα που έχτισε με μοντέλα όπως για παράδειγμα τις Momentum που έχουμε δει παλαιότερα στις ηλεκτρονικές σελίδες του 8Bitz. Οι Momentum βέβαια έθεσαν ψηλά τον πήχη για την Philips, γενικότερα. 

Οπότε πάμε να περάσουμε στα ενδότερα της Evnia 34M2C8600 για να μάθουμε τα πάντα για τη σειρά που ανακοίνωσε τον Οκτώβριο του 2022.

Philips 34M2C8600 Ultrawide gaming monitor QD-OLED

Τα χαρακτηριστικά της Philips Evnia 34M2C8600

Το brand των Evnia περιλαμβάνει για αρχή μερικές οθόνες, όλες τους high end, και πλέον μερικές πιο προσιτές για αυτούς που δε θέλουν να βάλουν πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη. 

Η σειρά 8600 αποτελεί την αφρόκρεμα, και η πιο προσιτή σειρά 5000 Series περιλαμβάνει μοντέλα με VA τύπου panel στις 27 ίντσες – για όσους βάζουν ένα μέτρο στη ζωή τους – κοντά στα 400 ευρώ.

Η 34M2C8600 του review μας, είναι ένα από τα κορυφαία μοντέλα που ξεπερνά σε τιμή τα 1000€, αλλά έχει ως στόχο να ανταγωνιστεί τις καλύτερες οθόνες εκεί έξω – από πολλές απόψεις.

Philips 34M2C8600 Ultrawide gaming monitor QD-OLED

Όσον αφορά τα specs, η οθόνη περιλαμβάνει όσα χρειάζεται ένα high end μοντέλο για να έρθει να παίξει με τις μεγάλες εταιρίες του χώρου όπως την Alienware (δηλαδή την Dell) και την Samsung, η οποία σχεδίασε την τεχνολογία του panel.

Η συγκεκριμένη δεν είναι το τυπικό monitor που μπορεί να έχεις μπροστά σου. Και όχι λόγω του QD-OLED που πλημμυρίζει με χρώμα τα μάτια, αλλά λόγω του ανεμιστήρα που έχει μέσα. 

Αυτό δεν είναι κάτι φοβερό ούτε και αρνητικό. Το laptop μας, το desktop μέχρι και το τηλέφωνό μας μπορεί να έχει πλέον ανεμιστήρες – κάτι αναμενόμενο μιας και το hardware στο εσωτερικό είναι ισχυρό και απαιτεί την επιπλέον ψύξη.

Γιατί όμως μια οθόνη χρειάζεται ψύξη;

Philips 34M2C8600 Ultrawide gaming monitor QD-OLED

Λόγω του τρόπου που κατασκευάζονται οι OLED – φανταστείτε ότι το κάθε pixel έχει και τη δική του πηγή φωτός – είναι αναμενόμενο οι θερμοκρασίες να είναι πιο υψηλές από τις τυπικές LCD. 

Και με τις θερμοκρασίες να είναι υψηλότερες, η ανάγκη για καλύτερη ψύξη είναι εξίσου σημαντική. Αν και οι OLED δεν έχουν συνήθως ανεμιστήρα, κάποιοι κατασκευαστές έχουν προβλέψει ενσωματώνοντας ψύκτρες για την απαγωγή της θερμότητας.

Ο ανεμιστήρας δεν ακούγεται, ειδικά αν φοράς ακουστικά. Να είσαι προετοιμασμένος βέβαια γιατί σε ένα τελείως ήσυχο δωμάτιο, ίσως ακούσεις ένα μικρό βουητό που και που.

Το “μαγικό φίλτρο” είναι το ρίσκο της Philips

Το μαγικό φίλτρο είναι το Quantum Dot, ένα φιλμ που στέκεται μπροστά από το OLED panel. Για όσους θέλετε τις τεχνικές λεπτομέρειες, αρχικά ήρθατε στο σωστό μέρος. Οι οθόνες και οι τηλεοράσεις με Quantum Dot panel έχουν ορισμένες σημαντικές διαφορές σε σχέση με τις τυπικές WOLED που έχει, για παράδειγμα, η LG στο lineup της.

Μια τυπική OLED (όπως οι WOLED), έχει ένα ξεχωριστό colour filter (RGBW) μέσα στο οποίο ζει και ένα λευκό pixel (OLED layer), ενώ εκεί υπάρχει και ένα φίλτρο polarizer που ‘μεταφράζει’ το φως σε κάτι που μπορούμε να δούμε. Το W (white) στο RGBW δρα ως το 4ο pixel και ουσιαστικά φροντίζει για τον φωτισμό του κάθε pixel ξεχωριστά.

Λόγω της σχεδίασης των pixel, το φως που περνάει από τις τυπικές OLED περιορίζεται σημαντικά, ρίχνοντας έτσι τη μέγιστη φωτεινότητα που μπορεί να φτάσει η οθόνη.

Με αυτό σαν βάση, φανταστείτε ότι οι QD-OLED είναι πιο απλές στη σχεδίαση, έχουν ένα μπλε backlight το οποίο διεγείρει τα quantum dot pixels του panel, φωτίζοντάς τα. Οπότε στις QD-OLED, πέρα από μεγαλύτερη χρωματική ακρίβεια, έχουμε και υψηλότερη φωτεινότητα – ακόμα και στα επιμέρους pixels.

Επίσης, υπάρχουν αρκετά μοντέλα που παίρνουν πιστοποίηση για τα μεγάλα (και αληθινά) certifications της VESA, με brightness που μπορεί να φτάσει και τα 1500 nits. 

Μιας και οι QD OLED είναι κάτι καινούργιο που ήρθε στον κόσμο στην CES τον Ιανουάριο του 2022, πολλές από τις πιο μοντέρνες λειτουργίες και τεχνολογίες υποστηρίζονται κανονικά – όπως HDMI 2.1, AMD FreeSync, Nvidia G-Sync, eARC και πολλά ακόμα που βελτιώνουν κατά πολύ την τελική εμπειρία θέασης σε ταινίες αλλά και παιχνίδια.

Όλα τα υπόλοιπα, είναι ένας τρόπος οι κατασκευαστές να μας κάνουν να αγοράσουμε περισσότερες οθόνες και τηλεοράσεις. Well done!

πηγή: https://www.sammobile.com/news/qd-oled-tv-features-explained/

Το ρίσκο που αναφέρουμε έγκειται στο γεγονός του burn-in, ένα πρόβλημα που συντροφεύει τις OLED από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας τους. Είδαμε και σε παλαιότερη παρουσίαση, ότι το αντίπαλο δέος των OLED είναι οι Mini LED, και οι Micro LED

Με την έλλειψη του λευκού subpixel στις QD-OLED, έχει αναφερθεί ότι η πιθανότητα burn-in σε αυτές είναι μεγαλύτερη από τις WOLED – ωστόσο ακόμα δεν υπάρχουν αρκετές μετρήσεις για να επιβεβαιωθούν αυτά τα λεγόμενα. Το θέμα έγινε γνωστό όταν η LG βιάστηκε να πει ότι οι QD-OLED “είναι χειρότερες από τις WOLED” που φτιάχνει η ίδια, χωρίς να παρουσιάσει όλη την ιστορία για να υποστηρίξει αυτή τη δήλωση. 

Σχεδίαση, Εργονομία

Εκεί που κερδίζει η 34M2C8600 είναι στην ποιότητα και το φινίρισμα του stand. Παρά το πλαστικό κάλυμμα που έχει μια μέτρια αίσθηση, τα υπόλοιπα σημεία της βάσης είναι αρκετά ποιοτικά, ενώ στο πάνω σημείο έχουμε και ένα stand για τα ακουστικά μας. 

Philips 34M2C8600 Ultrawide gaming monitor QD-OLED

Η βάση επιτρέπει ρύθμιση καθ’ ύψος κατά 15 εκατοστά, κλίση και περιστροφή κατά 20 μοίρες. Αρκετά για ένα τυπικό gaming setup. 

Η σχεδίαση διαφέρει από την τυπική οθόνη, ιδίως μόλις την κοιτάξουμε πιο προσεκτικά. Στα πλαστικά της βάσης έχουμε ένα ιδιαίτερο pattern που σε κάνει να νομίζεις ότι χρειάζεται καθάρισμα! Κατά τα άλλα μια ωραία αισθητική πινελιά στην high end οθόνη της Philips. 

Το ασημί πλαίσιο στην πρόσοψη αναγράφει EVNIA και ολοκληρώνει το αποτέλεσμα σε αυτό το σημείο. 

Τα πράγματα γίνονται πιο ‘busy’ μόλις κοιτάξουμε την πλάτη της 34M2C8600. Το ambiglow είναι μια ωραία προσθήκη και τα LED που το αποτελούν εξαιρετικά δυνατά ακόμα και σε ένα καλόφωτισμένο δωμάτιο.

Δυστυχώς όμως εξακολουθούν και έχουν τα προβλήματα συγχρονισμού με κάποια άλλα μοντέλα της εταιρίας, που σημαίνει ότι εάν βάλουμε το monitor να ακολουθήσει το βίντεο, θα έχουμε μια καθυστέρηση περίπου 1 δευτερολέπτου – το οποίο είναι πολύ σε σκηνές δράσης. 

Ακόμα ένα σημαντικό στοιχείο που μπορεί να προβληματίσει είναι το glossy panel. Η γυαλάδα είναι εμφανής ακόμα και σε χαμηλά φωτισμένο δωμάτιο, όπως με μια απλή λάμπα στο πίσω μέρος του χρήστη.

Συνδέσεις

Τα χαρακτηριστικά της μας βυθίζουν στο κάθε παιχνίδι και κάνουν την εμπειρία σαφώς πιο καθηλωτική. Πως συνδεόμαστε όμως στο PC ή την κονσόλα;

Από πλευράς συνδέσεων, η ανοιχτόχρωμη οθόνη της Philips έρχεται με δύο HDMI 2.0 για το PC ή τις κονσόλες, αλλά, το monitor θα λειτουργήσει στα 100Hz και όχι παραπάνω. Στο PC, η ανάλυση δεν έχει περιορισμούς με την HDMI και θα τρέξει στα 3440 x 1440 pixels χωρίς προβλήματα.

Μαζί με αυτές έχουμε και δύο DisplayPort 1.4 και μια USB-C. Και οι δύο τρέχουν στην μέγιστη ανάλυση των 3440 x 1440 pixels και με τον πλήρη ρυθμό ανανέωσης των 175Hz που πραγματικά φαίνεται από το πρώτο καρέ. Όπως λέμε στα ελληνικά, είναι το sweet spot, πιο πολύ όταν αναλογιστούμε ότι πρόκειται για QD-OLED monitor.

Αυτομάτως, με αυτόν το μπουκέτο συνδέσεων, η οθόνη υποστηρίζει λειτουργίες Picture-in-Picture (PiP) και Picture-by-Picture (PbP), επιτρέποντάς την προβολή περιεχομένου από δύο διαφορετικές πηγές ταυτόχρονα.

Οπότε είτε θες να δεις το τελευταίο μας podcast την ώρα που δουλεύεις από το laptop της δουλειάς, είτε θες να δεις ένα event, τότε η οθόνη σε έχει καλυμμένο – και με τον ultrawide χαρακτήρα δεν έχεις κανένα θέμα και για multitasking.

Ρυθμίσεις εικόνας, Εμπειρία

Το OSD είναι ευανάγνωστο και από την πρώτη στιγμή που το είδα φάνηκε δαιδαλώδες – πράγμα που δεν ισχύει. 

Ανοίγει απλά πατώντας το joystick στο πίσω μέρος, το μοναδικό μελανό σημείο που βλέπω να αντιγράφουν όλοι οι κατασκευαστές – και ειδικά σε ultrawide monitors είναι δύσκολο να το φτάσει κανείς. Καλύτερα να ήταν στο κέντρο, στην κάτω πλευρά.

Με τα συνολικά 10 picture presets και με τις έξτρα ρυθμίσεις που ανοίγουν σε μερικά έχουμε πιο καλό έλεγχο των χρωμάτων σε περίπτωση που θέλουμε να καλιμπράρουμε το monitor με βάση τις δικές μας ανάγκες. 

Η εταιρία παρέχει μαζί και το calibration chart που αφορά το συγκεκριμένο μοντέλο που έχουμε στα χέρια μας. Με το εξαιρετικό από χρωματικής άποψης panel, φτάνουμε και στο 99.3% του DCI-P3, τα 148.8% sRGB και το 97.8% του Adobe RGB.

Αν και οι Mini LED είναι κοντά σε ποιότητα με τη συγκεκριμένη QD-OLED, οι τιμές είναι ακόμα υψηλές για να πούμε ότι μπορεί κάποιος να επενδύσει εύκολα σε οποιαδήποτε από τις δύο. 

Από πλευράς πυκνότητας των pixel δεν είναι κάτι εντυπωσιακό μιας και μιλάμε για 109 PPI – το ίδιο με μια 27 ιντσών QHD. Αυτή η πυκνότητα συναντάται σε πολλές οθόνες της αγοράς. Παρ’ όλα αυτά, η διαρρύθμιση του κάθε pixel είναι πολύ διαφορετική από τις LCD και γι’ αυτό η πυκνότητα σε αυτή είναι απλά ένα νούμερο στα specs της.

Όσον αφορά τις τυπικές τεχνολογίες, βλέπουμε την ύπαρξη AMD FreeSync το οποίο λειτουργεί από τα 48 FPS έως τα μέγιστα της οθόνης, ενώ έχει και τη στάμπα του Nvidia G-Sync Compatible υποδηλώνοντας ότι έχουμε τα ίδια features και στις GPUs της Nvidia.

Στη χρήση, να πω ότι η διαρρύθμιση των pixel σε τρίγωνο με προβλημάτισε και χρειάστηκα κάμποση ώρα για να την συνηθίσω σε περιεχόμενο όπως κείμενο και browsing. Το βασικότερο πρόβλημα βρίσκεται στα περιγράμματα που εμφανίζονται στις άκρες των γραμμάτων, ειδικά σε μεγάλη αντίθεση. Βέβαια ο ρυθμός ανανέωσης, η ακρίβεια των χρωμάτων και ο ταχύτατος χρόνος απόκρισης του panel δεν αφήνει τίποτα στη φαντασία. 

Στα παιχνίδια, η ‘ζαλάδα’ δεν υπάρχει – και μπορείς με ευκολία να χαθείς στον κόσμο των παιχνιδιών. Για εμένα που είμαι λάτρης των racing, η εμπειρία του να νιώθω την ταχύτητα στις άκρες της οθόνης είναι εξαιρετική και σχεδόν μπορώ να μυρίσω το ζεστό λάστιχο σε κάθε στροφή. 

Επίλογος

Εάν είσαι από αυτούς που κοιτάζει την αφρόκρεμα των gaming monitors, τότε η Philips Evnia 34M2C8600 είναι σίγουρα η ιδανική. Ο λόγος είναι απλός.

Philips 34M2C8600 Ultrawide gaming monitor QD-OLED

Η πληθώρα των συνδέσεων, το κοίλο panel με την τυπική για την εποχή ανάλυση τρέχει χάρη στην QD-OLED τεχνολογία που έχουν πολύ λίγες γενικά οθόνες της κατηγορίας – οπότε αυτομάτως μιλάμε για ένα εξαιρετικό και ίσως μοναδικό συνδυασμό specs. 

Τα 175Hz ξεχωρίζουν αλλά σημειώνεται ότι είναι διαθέσιμα μόνο μέσω των DisplayPort και USB-C συνδέσεις. Λόγω του panel βέβαια και της πιθανότητας burn-in που καραδοκεί – έχουμε αρκετά popups του μενού που μας προτρέπει για pixel refresh, μιας τεχνικής που μετακινεί ελαφρώς τα ενεργά pixel σε ανύποπτο χρόνο για να προστατέψει το panel. Αναγκαίο κακό θα το έλεγα πιο απλά. 

Από τιμή; 1200€ στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι αρκετά – αλλά σου δίνουν μια από τις καλύτερες και πιο στιλάτες οθόνες της κατηγορίας της. Μερικές λεπτομέρειες όπως το κουμπί που βρίσκεται μακριά, το μέτριο ambiglow που είναι όμορφο όταν δεν ακολουθεί το βίντεο, και η γυαλιστερή επιφάνεια χτυπάνε στην άσχημη πλευρά, αλλά στο σύνολό της, αυτή η οθόνη θεωρώ ότι είναι περισσότερο για gaming παρά για δουλειά.

Το πόσο επηρεάζεται η συγκεκριμένη από το φαινόμενο του burn-in είναι άγνωστο και μόνο ο χρόνος μπορεί να δείξει εάν η εν λόγω γενιά των QD-OLED ήρθε για να μας κάνει παρέα για πολλά χρόνια ακόμα.

Αποτελέσματα

Χαρακτηριστικά
90 %
Συνδέσεις
85 %
Ποιότητα εικόνας
95 %
Ρυθμίσεις εικόνας
85 %
Εργονομία
75 %
Τιμή
60 %
Buy Me a Coffee at ko-fi.com

Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα

Η νέα γενιά QD OLED gaming monitors. Η Philips μπαίνει στα λημέρια των QD-OLED με τη νέα σειρά Evnia, το brand που εισήγαγε λιγότερο από έναν χρόνο πριν.  Οι τρομερές gaming δυνατότητες αποτελούν μέρος της ολοκαίνουργιας οθόνης από την Philips η οποία φέρνει το QD-OLED στην...Η Philips Evnia 34M2C8600: Το ultrawide QD-OLED gaming monitor!